ΟΜΟΝΟΙΑ
Ομόνοια, που σε φρουρούν αγάλματα από γύψο,
τα χίλια σου τα πρόσωπα εδώ ξαναγυρνούν.
Αρχοντικά που ρήμαξαν και λουξ ξενοδοχεία.
Φωνές, λαχεία, αντίλαλοι, φαστ φούντ κι εμπορικά. Φαντάροι που νικήθηκαν χωρίς να πολεμήσουν.
Σκιές χαδιών, υγρές ματιές και βήματα νεκρά.
Ομόνοια, ρολόι εσύ, σ’ ενός αγνώστου χέρι,
αντιδραστήρας της ψυχής, σταθμός πυρηνικός. Πλατεία, που σε έπλασα, όπως εγώ σε είδα,
χαράματα μιας Κυριακής, μιας Τρίτης δειλινό.
Ταξίδι δίχως νόημα κι εικόνα δίχως ήχο.
Πλατεία, εσύ, πολύβουη μα πάντα αδειανή. ΓΚΑΖΙ Υπερωκεάνιο πέτρινο φαντάζει
κι όχημα τιτάνιο, μάνα μου, το Γκάζι.
Στέγες, ράγες, στρόφιγγες, σήραγγες, καζάνια.
Βαθυσκάφος τ’ ουρανού και χωρίς λιμάνια.
Στα στενά νυστάζουνε οι μοτοσικλέτες.
Στ’ ανοιχτά μοιράζουνε τ’ όνειρο σε φέτες.
Χάνομαι μες στις σκιές κι όλα γύρω άδεια.
Τέτοια ώρα κάποτε άλλαζε η βάρδια. Οι παλιές οι φάμπρικες –ό,τι και να κάνεις–
έχουν κάπου μια ψυχή, που ποτέ δεν φτάνεις. ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ Σαντούρι μου παμπάλαιο,
πάρε σκοπό να παίξεις·
ν’ ακούσει το Αιγάλεω,
να φοβηθεί κι ο Ξέρξης. Φέρε τον κόσμο ανάποδα
ώς το Χρυσόν Αιώνα
και πες στο γέρο Πλάτωνα
να βγει στον Ελαιώνα. Ένα σαράκι είχα στο νου,
να σας το μαρτυρήσω.
Στις όχθες του Ηριδανού
να βγω να τραγουδήσω. Πουλιά, νεράκια γάργαρα,
να μου κρατούν σεγόντο
και να μου λεν τα μάρμαρα,
πως δε λαλώ στο βρόντο. Ιερά Οδός σημαίνει
μνήμη βραχυκυκλωμένη.
Μπουρλοτιέρικο που αράζει
μες στου χρόνου το μπουγάζι. ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ Σύσκεψη έγινε στενή
προχθές στο υπουργείο.
Θα σώσουν, λέει, του Ψυρρή
και το Μεταξουργείο. Θα βάλουνε στηρίγματα
στα σπίτια ώς την Ομόνοια
και θα χαθούν τα ρήγματα
που γίναν με τα χρόνια. Αυτά μ’ αναστατώσανε
Και μ’ έβαλαν σε σκέψεις.
Θυμήσου, πόσες κάναμε
ανάλογες συσκέψεις. Όμως, παρά τα λάθη μας,
δεν πήραμε τα μέτρα
και γκρέμισε η αγάπη μας
κι ας ήταν από πέτρα. Σύσκεψη έγινε στενή,
όπως και κάθε μήνα.
Θα σώσουν, λέει, του Ψυρρή
και όλη την Αθήνα. Μ’ ας έρθει κάποιος να μου πει,
εμάς ποιος θα μας σώσει
και ποια μπορεί επιτροπή
να μας αναστηλώσει. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Στην Κωνσταντινουπόλεως τα βράδια
γυρνώ και ψάχνω νά ‘βρω τα σημάδια
μιας πόλης που μεγάλωσε,
που ολόγυρα σκαρφάλωσε,
αφήνοντας εδώ τ’ απολειφάδια,
που ό,τι είχε έχασε,
που τα παιδιά της ξέχασε
και τη θυμίζουν τούτα τα ρημάδια. Η Κωνσταντινουπόλεως τα βράδια
αργόσυρτη, ατέλειωτη και άδεια.
Το τρένο μόλις πέρασε,
κατάμονο προσπέρασε
κι εγώ να βλέπω μέσα στα σκοτάδια
ταξίδια που τα ξέγραψα,
σελίδες που δεν έγραψα ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ Καινούργιο τώρα όνειρο θαμπώνει την Ελλάδα
κι άλλο δεν από τη Χρυσή Ολυμπιάδα. Καλύτερη κι απ’ το μετρό, μα κι απ’ τον Παρθενώνα,
θα’ ναι ό,τι ομορφότερο σε τούτο τον αιώνα. Την θέλουνε οι γιάπηδες, την θέλουνε κι οι μάγκες,
αφού θα λύσει μονομιάς προβλήματα κι ανάγκες. Το Δυο Xιλιάδες έζησα, να ζήσω, αχ και τούτο
κι άλλο δε θέλω στη ζωή να δοκιμάσω φρούτο. Αχ, καημένη Ελλάδα
πώς αλλιώς να στο πω;
Τούτη η Ολυμπιάδα
θα’ ναι θαύμα σωστό! ΤΑ ΝΕΑ ΣΤΕΚΙΑ Αν σ’ αρέσουνε τ’ αρχαία και γουστάρεις τα παλιά,
μ’ ένα λίφτινγκ ζωντανεύουν και σου κάνουν συντροφιά. Πάμε στο Μεταξουργείο,
στης ψυχής το χειρουργείο.
Πάμε και στην Ασωμάτων
στην πλατεία των πνευμάτων. Απ’ το Κολωνάκι μέσα φτάνουν στον Κεραμεικό
της κουλτούρας τα βαρέα και το πυροβολικό. Πάμε στου Ψυρρή, στη μέση,
για να δεις, πως θα σ’ αρέσει.
Κι έπειτα ντουγρού στο Γκάζι,
που το κέφι μου αλλάζει. ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ Λίγο πριν βγεις απ’ την Ερμού έχει μια πόρτα,
που, αν τη διαβείς, μες στον Παράδεισο θα μπεις.
Πλαγιές μικρές, σπασμένα μάρμαρα και χόρτα
και το γλυκόλαλο τ’ αηδόνι της σιωπής. Κι αν πάρεις δίπλα τα στενά τα ξεχασμένα,
σπίτια χλωμά θα δεις και έρημες αυλές.
Φλουριά δεν έχουν και μαλάματα κρυμμένα,
μονάχα πρόσωπα στου χρόνου τις σκιές. Ο Περικλής στην Πλαταιών μιλάει στο Σήμα·
απ’ τη φωνή του ώς τη φωνή σου ένα βήμα. ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ Μια μέρα στα Πετράλωνα
δυο παλιατζήδες μάλωναν. Σ’ ένα κομό σκαρφάλωναν
μα τα συρτάρια σκάλωναν. Και κείνη που τον πούλαγε
τα τράβαγε, τα κούναγε. Ώσπου στο τέλος τρίξανε
και ξαφνικά ανοίξανε. Ή τα πάνω ή τα κάτω
πάμε λίγο παρακάτω. ΑΣΩΜΑΤΩΝ Οι Άγιοι Ασώματοι
βγήκαν απόψε βόλτα.
Τους είδαν δυο αόμματοι
στης εκκλησιάς την πόρτα. Και άλλοι δυο θεόκουφοι
τους άκουσαν πιο κάτω
να λεν στις Καρυάτιδες
να κατεβούνε κάτω. Τα φώτα σβήνουν στου Ψυρρή.
Οι δρόμοι αδειάζουν πάλι.
Κουράγιο κάνε, Άγιε Γαβριήλ,
και βόηθα, Άγιε Μιχάλη. Και, να, στο φως του πρωινού
μισοξυπνάει η Αθήνα
και σου φωνάζει απ’ την Ερμού
ώς την Αγιά-Μαρίνα. Οι Άγιοι Ασώματοι
είναι ψυχή και σώματι
μ’ αυτούς που ζούνε ήπια
στου κόσμου τα ερείπια. ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ Πάρε τους δρόμους τ‘ ουρανού κι έλα Μοναστηράκι.
Πες «γεια χαρά» του ωκεανού και μπες στο ποταμάκι. Μάινα τα πανιά και δίχως χάρτη
και ο Άη Τεμπέλης στο κατάρτι! Ρετάλι της Ανατολής στης μνήμης το στημόνι,
που δίνεις τράτο της ζωής εκεί, που λες τελειώνει. Έξη μέρες μπρούμυτα, νισάφι!
Κι άλλη μια μες στ’ άπιαστο χρυσάφι! Ο Βάνιας παίζει ακορντεόν και οι θεοί αράδα
και στα χεράκια του ο Σαμψών σηκώνει την Ελλάδα. Τούτ’ η ζήση, αν θέλεις να μη λιώσει,
βγάλ’ τη στο σεργιάνι, να παλιώσει! ΑΘΗΝΑΣ Τώρα που η βουή κοπάζει
σ’ αυτό το δρόμο κάτι αλλάζει
μπαίνει και μέσα σου φωνάζει. Τώρα που η αγορά σωπαίνει την άσφαλτο το φως ξεπλένει
λάμα ψυχρή που μπαινοβγαίνει. Το άδειο βήμα μου πατάω.
Τώρα τη μάσκα μου πετάω
κι αυτό που ζήταγα ζητάω. Νύχτας αρχή.
Παραπατάς.
Ψυχή μονή
στην Αθηνάς. ΠΕΙΡΑΙΩΣ Έλα, πριν τα χαράματα
στο δρόμο με τα θάματα.
Και κοίτα στα χαλάσματα
του νου σου τα φαντάσματα. Στην Πειραιώς περπάτησε
και ό,τι ζήσεις, κράτησε.
Στις πεθαμένες φάμπρικες
υπάρχουν πόρτες μυστικές. Δρόμε, το Χάρο λύγισες.
Πέρ’ απ’ τη γη μ’ οδήγησες.
Από ποια μοίρα ξέπεσες,
στα πόδια μου όταν έπεσες; ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ Το παρελθόν ζωντάνεψε,
μικρούς, μεγάλους πλάνεψε.
Όσα πιστεύεις άλλαξε,
στην Πειραιώς έλ’ άραξε. Βιολί καινούργιο έχουμε,
όπου αρχαία τρέχουμε.
Όλοι ανασκουμπώνονται
και αναπαλαιώνονται. Της Κουμουνδούρου γκάγκαροι,
βοήθεια, έρχονται οι βάρβαροι!
Του Κολωνού αλάνηδες,
γεμίσαμε από βλάμηδες. ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ Τα κάρα απ’ τον Ασπρόπυργο κινούσαν στη σειρά
γεμάτα καλυβιώτικα τελάρα.
Η Χαμοστέρνα κόλαση, τα χάνια όμως, να!
Και πάλευε το σύθαμπο η αντάρα. Αχτίνες τώρα πέφτανε στο Γκάζι από σανό
κι η Κουμουνδούρου γυάλιζε στην πάχνη.
Και σύ, ψυχή, σκαρφάλωνες γοργή στον ουρανό
ξοπίσω από της μέρας την αράχνη. Καντάρια!, ένας φώναζε, στραγάλια!, τσικουδιά!,
και του Τριβέλα βούϊζε η πόστα.
Κι εκεί στη μάντρα την ψηλή χαζεύαν τα παιδιά,
έξω απ’ τις φυλακές του Χατζηκώστα. Στα «Τρία Κάππα» άστραφταν κανάτες της οκάς
και στου Μελέτη κέρναγε ο πατέρας.
Οι ρόδες ξαναστρίγγλιζαν και ο Σκαραμαγκάς
κατάπινε τον κάματο της μέρας. ΑΙΟΛΟΥ Πάρε τώρα της ανάμνησης το τζάμπο,
να σε πάει στου «Λουμίδη» και στο «Μάμπο». Κι όταν φτάσεις, τέλος, πάνω απ’ τα Χαυτεία
θα σε ζώσει μια παράξενη ναυτία. Για το σήμερα μη νοιάζεσαι καθόλου.
Μπες βαθειά στη μαύρη τρύπα της Αιόλου. Κι όταν βγεις παιδί στη μέση του αιώνα,
θα φοράς καινούργια ρούχα απ’ του Δραγώνα. Μην αφήνεις της ψυχής το λατομείο.
Τούνελ φτιάξε ώς το παλιό Ταχυδρομείο. Κι ένα μήνυμα, με σένα παραλήπτη,
γράψε κι άσε στου χωρόχρονου την κρύπτη.
τα χίλια σου τα πρόσωπα εδώ ξαναγυρνούν.
Αρχοντικά που ρήμαξαν και λουξ ξενοδοχεία.
Φωνές, λαχεία, αντίλαλοι, φαστ φούντ κι εμπορικά. Φαντάροι που νικήθηκαν χωρίς να πολεμήσουν.
Σκιές χαδιών, υγρές ματιές και βήματα νεκρά.
Ομόνοια, ρολόι εσύ, σ’ ενός αγνώστου χέρι,
αντιδραστήρας της ψυχής, σταθμός πυρηνικός. Πλατεία, που σε έπλασα, όπως εγώ σε είδα,
χαράματα μιας Κυριακής, μιας Τρίτης δειλινό.
Ταξίδι δίχως νόημα κι εικόνα δίχως ήχο.
Πλατεία, εσύ, πολύβουη μα πάντα αδειανή. ΓΚΑΖΙ Υπερωκεάνιο πέτρινο φαντάζει
κι όχημα τιτάνιο, μάνα μου, το Γκάζι.
Στέγες, ράγες, στρόφιγγες, σήραγγες, καζάνια.
Βαθυσκάφος τ’ ουρανού και χωρίς λιμάνια.
Στα στενά νυστάζουνε οι μοτοσικλέτες.
Στ’ ανοιχτά μοιράζουνε τ’ όνειρο σε φέτες.
Χάνομαι μες στις σκιές κι όλα γύρω άδεια.
Τέτοια ώρα κάποτε άλλαζε η βάρδια. Οι παλιές οι φάμπρικες –ό,τι και να κάνεις–
έχουν κάπου μια ψυχή, που ποτέ δεν φτάνεις. ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ Σαντούρι μου παμπάλαιο,
πάρε σκοπό να παίξεις·
ν’ ακούσει το Αιγάλεω,
να φοβηθεί κι ο Ξέρξης. Φέρε τον κόσμο ανάποδα
ώς το Χρυσόν Αιώνα
και πες στο γέρο Πλάτωνα
να βγει στον Ελαιώνα. Ένα σαράκι είχα στο νου,
να σας το μαρτυρήσω.
Στις όχθες του Ηριδανού
να βγω να τραγουδήσω. Πουλιά, νεράκια γάργαρα,
να μου κρατούν σεγόντο
και να μου λεν τα μάρμαρα,
πως δε λαλώ στο βρόντο. Ιερά Οδός σημαίνει
μνήμη βραχυκυκλωμένη.
Μπουρλοτιέρικο που αράζει
μες στου χρόνου το μπουγάζι. ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ Σύσκεψη έγινε στενή
προχθές στο υπουργείο.
Θα σώσουν, λέει, του Ψυρρή
και το Μεταξουργείο. Θα βάλουνε στηρίγματα
στα σπίτια ώς την Ομόνοια
και θα χαθούν τα ρήγματα
που γίναν με τα χρόνια. Αυτά μ’ αναστατώσανε
Και μ’ έβαλαν σε σκέψεις.
Θυμήσου, πόσες κάναμε
ανάλογες συσκέψεις. Όμως, παρά τα λάθη μας,
δεν πήραμε τα μέτρα
και γκρέμισε η αγάπη μας
κι ας ήταν από πέτρα. Σύσκεψη έγινε στενή,
όπως και κάθε μήνα.
Θα σώσουν, λέει, του Ψυρρή
και όλη την Αθήνα. Μ’ ας έρθει κάποιος να μου πει,
εμάς ποιος θα μας σώσει
και ποια μπορεί επιτροπή
να μας αναστηλώσει. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Στην Κωνσταντινουπόλεως τα βράδια
γυρνώ και ψάχνω νά ‘βρω τα σημάδια
μιας πόλης που μεγάλωσε,
που ολόγυρα σκαρφάλωσε,
αφήνοντας εδώ τ’ απολειφάδια,
που ό,τι είχε έχασε,
που τα παιδιά της ξέχασε
και τη θυμίζουν τούτα τα ρημάδια. Η Κωνσταντινουπόλεως τα βράδια
αργόσυρτη, ατέλειωτη και άδεια.
Το τρένο μόλις πέρασε,
κατάμονο προσπέρασε
κι εγώ να βλέπω μέσα στα σκοτάδια
ταξίδια που τα ξέγραψα,
σελίδες που δεν έγραψα ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ Καινούργιο τώρα όνειρο θαμπώνει την Ελλάδα
κι άλλο δεν από τη Χρυσή Ολυμπιάδα. Καλύτερη κι απ’ το μετρό, μα κι απ’ τον Παρθενώνα,
θα’ ναι ό,τι ομορφότερο σε τούτο τον αιώνα. Την θέλουνε οι γιάπηδες, την θέλουνε κι οι μάγκες,
αφού θα λύσει μονομιάς προβλήματα κι ανάγκες. Το Δυο Xιλιάδες έζησα, να ζήσω, αχ και τούτο
κι άλλο δε θέλω στη ζωή να δοκιμάσω φρούτο. Αχ, καημένη Ελλάδα
πώς αλλιώς να στο πω;
Τούτη η Ολυμπιάδα
θα’ ναι θαύμα σωστό! ΤΑ ΝΕΑ ΣΤΕΚΙΑ Αν σ’ αρέσουνε τ’ αρχαία και γουστάρεις τα παλιά,
μ’ ένα λίφτινγκ ζωντανεύουν και σου κάνουν συντροφιά. Πάμε στο Μεταξουργείο,
στης ψυχής το χειρουργείο.
Πάμε και στην Ασωμάτων
στην πλατεία των πνευμάτων. Απ’ το Κολωνάκι μέσα φτάνουν στον Κεραμεικό
της κουλτούρας τα βαρέα και το πυροβολικό. Πάμε στου Ψυρρή, στη μέση,
για να δεις, πως θα σ’ αρέσει.
Κι έπειτα ντουγρού στο Γκάζι,
που το κέφι μου αλλάζει. ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ Λίγο πριν βγεις απ’ την Ερμού έχει μια πόρτα,
που, αν τη διαβείς, μες στον Παράδεισο θα μπεις.
Πλαγιές μικρές, σπασμένα μάρμαρα και χόρτα
και το γλυκόλαλο τ’ αηδόνι της σιωπής. Κι αν πάρεις δίπλα τα στενά τα ξεχασμένα,
σπίτια χλωμά θα δεις και έρημες αυλές.
Φλουριά δεν έχουν και μαλάματα κρυμμένα,
μονάχα πρόσωπα στου χρόνου τις σκιές. Ο Περικλής στην Πλαταιών μιλάει στο Σήμα·
απ’ τη φωνή του ώς τη φωνή σου ένα βήμα. ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ Μια μέρα στα Πετράλωνα
δυο παλιατζήδες μάλωναν. Σ’ ένα κομό σκαρφάλωναν
μα τα συρτάρια σκάλωναν. Και κείνη που τον πούλαγε
τα τράβαγε, τα κούναγε. Ώσπου στο τέλος τρίξανε
και ξαφνικά ανοίξανε. Ή τα πάνω ή τα κάτω
πάμε λίγο παρακάτω. ΑΣΩΜΑΤΩΝ Οι Άγιοι Ασώματοι
βγήκαν απόψε βόλτα.
Τους είδαν δυο αόμματοι
στης εκκλησιάς την πόρτα. Και άλλοι δυο θεόκουφοι
τους άκουσαν πιο κάτω
να λεν στις Καρυάτιδες
να κατεβούνε κάτω. Τα φώτα σβήνουν στου Ψυρρή.
Οι δρόμοι αδειάζουν πάλι.
Κουράγιο κάνε, Άγιε Γαβριήλ,
και βόηθα, Άγιε Μιχάλη. Και, να, στο φως του πρωινού
μισοξυπνάει η Αθήνα
και σου φωνάζει απ’ την Ερμού
ώς την Αγιά-Μαρίνα. Οι Άγιοι Ασώματοι
είναι ψυχή και σώματι
μ’ αυτούς που ζούνε ήπια
στου κόσμου τα ερείπια. ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ Πάρε τους δρόμους τ‘ ουρανού κι έλα Μοναστηράκι.
Πες «γεια χαρά» του ωκεανού και μπες στο ποταμάκι. Μάινα τα πανιά και δίχως χάρτη
και ο Άη Τεμπέλης στο κατάρτι! Ρετάλι της Ανατολής στης μνήμης το στημόνι,
που δίνεις τράτο της ζωής εκεί, που λες τελειώνει. Έξη μέρες μπρούμυτα, νισάφι!
Κι άλλη μια μες στ’ άπιαστο χρυσάφι! Ο Βάνιας παίζει ακορντεόν και οι θεοί αράδα
και στα χεράκια του ο Σαμψών σηκώνει την Ελλάδα. Τούτ’ η ζήση, αν θέλεις να μη λιώσει,
βγάλ’ τη στο σεργιάνι, να παλιώσει! ΑΘΗΝΑΣ Τώρα που η βουή κοπάζει
σ’ αυτό το δρόμο κάτι αλλάζει
μπαίνει και μέσα σου φωνάζει. Τώρα που η αγορά σωπαίνει την άσφαλτο το φως ξεπλένει
λάμα ψυχρή που μπαινοβγαίνει. Το άδειο βήμα μου πατάω.
Τώρα τη μάσκα μου πετάω
κι αυτό που ζήταγα ζητάω. Νύχτας αρχή.
Παραπατάς.
Ψυχή μονή
στην Αθηνάς. ΠΕΙΡΑΙΩΣ Έλα, πριν τα χαράματα
στο δρόμο με τα θάματα.
Και κοίτα στα χαλάσματα
του νου σου τα φαντάσματα. Στην Πειραιώς περπάτησε
και ό,τι ζήσεις, κράτησε.
Στις πεθαμένες φάμπρικες
υπάρχουν πόρτες μυστικές. Δρόμε, το Χάρο λύγισες.
Πέρ’ απ’ τη γη μ’ οδήγησες.
Από ποια μοίρα ξέπεσες,
στα πόδια μου όταν έπεσες; ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ Το παρελθόν ζωντάνεψε,
μικρούς, μεγάλους πλάνεψε.
Όσα πιστεύεις άλλαξε,
στην Πειραιώς έλ’ άραξε. Βιολί καινούργιο έχουμε,
όπου αρχαία τρέχουμε.
Όλοι ανασκουμπώνονται
και αναπαλαιώνονται. Της Κουμουνδούρου γκάγκαροι,
βοήθεια, έρχονται οι βάρβαροι!
Του Κολωνού αλάνηδες,
γεμίσαμε από βλάμηδες. ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ Τα κάρα απ’ τον Ασπρόπυργο κινούσαν στη σειρά
γεμάτα καλυβιώτικα τελάρα.
Η Χαμοστέρνα κόλαση, τα χάνια όμως, να!
Και πάλευε το σύθαμπο η αντάρα. Αχτίνες τώρα πέφτανε στο Γκάζι από σανό
κι η Κουμουνδούρου γυάλιζε στην πάχνη.
Και σύ, ψυχή, σκαρφάλωνες γοργή στον ουρανό
ξοπίσω από της μέρας την αράχνη. Καντάρια!, ένας φώναζε, στραγάλια!, τσικουδιά!,
και του Τριβέλα βούϊζε η πόστα.
Κι εκεί στη μάντρα την ψηλή χαζεύαν τα παιδιά,
έξω απ’ τις φυλακές του Χατζηκώστα. Στα «Τρία Κάππα» άστραφταν κανάτες της οκάς
και στου Μελέτη κέρναγε ο πατέρας.
Οι ρόδες ξαναστρίγγλιζαν και ο Σκαραμαγκάς
κατάπινε τον κάματο της μέρας. ΑΙΟΛΟΥ Πάρε τώρα της ανάμνησης το τζάμπο,
να σε πάει στου «Λουμίδη» και στο «Μάμπο». Κι όταν φτάσεις, τέλος, πάνω απ’ τα Χαυτεία
θα σε ζώσει μια παράξενη ναυτία. Για το σήμερα μη νοιάζεσαι καθόλου.
Μπες βαθειά στη μαύρη τρύπα της Αιόλου. Κι όταν βγεις παιδί στη μέση του αιώνα,
θα φοράς καινούργια ρούχα απ’ του Δραγώνα. Μην αφήνεις της ψυχής το λατομείο.
Τούνελ φτιάξε ώς το παλιό Ταχυδρομείο. Κι ένα μήνυμα, με σένα παραλήπτη,
γράψε κι άσε στου χωρόχρονου την κρύπτη.
